καταβαυκάλησις


καταβαυκάλησις
καταβαυκάλησις, , das in den Schlaf Singen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • καταβαυκαλήσεις — καταβαυκάλησις lullaby fem nom/voc pl (attic epic) καταβαυκάλησις lullaby fem nom/acc pl (attic) καταβαυκαλάω lull to sleep aor subj act 2nd sg (attic epic ionic) καταβαυκαλάω lull to sleep fut ind act 2nd sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβαυκάληση — η (Α καταβαυκάλησις) νεοελλ. μτφ. η εξαπάτηση με δολερά μέσα, το αποκοίμισμα αρχ. το νανούρισμα τών παιδιών με τραγούδι ή με μουσικό όργανο …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.